Κυριακή , 06 Μαϊου 2007
Ο γάμος του Μπάκουρα
Λοιπόν, είχα ένα φίλο μπάκουρα ολκής που το αγαπημένο του τραγούδι έλεγε: «Δεν κάνω εγώ για γάμο και για σπίτι…» και τα λοιπά και τα λοιπά. Σαν σβούρα τριγύρναγε ο καψερός μπάκουρας όλη την μέρα από δω κι από κει και περιέφερε τον μυστικό της καρδίας του, την Λίτσα που ήταν φίλη του αλλά δεν το αγαπούσε, τα είχε με άλλον.
Μεγάλη πόλη η Αθήνα ήταν και το 1980 και ο μπάκουρας είχε πολλά μέρη να πάει. Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, τι λέω δεν είχαν όλα τα σπίτια σταθερό τηλέφωνο, για να βρεις που ήταν ο μπάκουρας έπρεπε να έχεις ικανότητες λαγωνικού συνδυασμένες με το κληρονομικό χάρισμα της μαντικής. Ξεκίναγε ο μπάκουρας το πρωί από κάπου και εκεί που καθόσον και έπινες το φραπεδάκι σου, εμφανιζόταν σαν φάντης μπαστούνι μπροστά σου. Είχε και ο περιβόητο σακίδιο που περιείχε: οδοντόβουρτσα, εσώρουχα, χαρτί και μολύβι, βατραχοπέδιλα, ατζέντα τηλεφώνων, βιβλία προς πώληση που τα διάβαζε στον ελεύθερο χρόνο του και διάφορα άλλα κατά περίπτωση.
Μια μέρα συνεννοήθηκα με την Λίτσα, που ήταν φίλη μου, να πάμε εκδρομή στην Άνδρο. Από το πουθενά εμφανίστηκε ο μπάκουρας και κανόνισε να έρθει μαζί μας. Την μεθεπομένη τον περιμέναμε στις 7.30 το πρωί στην στάση των υπεραστικών λεωφορείων. Δεν ήρθε ούτε στις 9.30, ούτε στις 10.30 ούτε στις 11.30. Ήρθε στις 11.45. Εμείς όλες αυτές τις ώρες τον περιμέναμε στην στάση! Γιατί τι είναι η ζωή αν δεν έχεις λίγο μπάκουρα μέσα σου; Είπαμε και προηγουμένως ότι η Λίτσα τα είχε με άλλον, μόνο που ο άλλος δεν το ήξερε. Πίστευε η Λίτσα ότι θα ήταν ο άλλος στην Άνδρο, αλλά Λίτσα είχε και κιθάρα και καθώς καθόμαστε στην στάση περιμένοντας τον μπάκουρα τραγουδάγαμε και πέρασε η ώρα. Ξαφνικά ακούμε το γνωστό τραγούδι «Δεν κάνω εγώ για γάμο και για σπίτι…», κοιτάμε και βλέπουμε τον μπάκουρα σε αθλία κατάσταση. Είχε πάει από την μάνα του για να πάρει την σκηνή για την εκδρομή. Φορτωμένος με ένα υπέρβαρο σακίδιο πλάτης ανέβηκε στο τρόλεϊ και στάθηκε κοντά στον οδηγό χωρίς να κρατιέται γιατί ήταν γεμάτο με κόσμο. Στην πρώτη στάση μια λακκούβα έκανε το τρόλεϊ να αναπηδήσει την στιγμή που οδηγός άνοιγε την πόρτα και ο μπάκουρας πετάχτηκε στον δρόμο και πάνω σε ένα ταξί που έκανε που ξεκίναγε εκείνη την στιγμή μετά από αποβίβαση πελάτη. Μέχρι να έρθει η αστυνομία, να δουν ότι είναι εντάξει και να καταφέρει να συμμαζέψει το σκισμένο σακίδιο και να τα βρουν ο ταξιτζής με τον τρολεατζή καθυστέρησε στο ραντεβού. Επομένως σωστά τον περιμέναμε, ήρθε, κούτσαινε και λίγο. Η εκδρομή συνεχίστηκε κανονικά και είχε μεγάλη επιτυχία. Ο μπάκουρας δεν κατάφερε να ρίξει την Λίτσα, ούτε σε αυτή την εκδρομή, ούτε τα επόμενα δέκα χρόνια.
Ένα βράδυ με παίρνει τηλέφωνο ένας φίλος από την Χίο. «Έλα», μου λέει, «είμαστε εδώ με τον μπάκουρα σε ένα ταβερνάκι στο κάστρο.» «Όπα,» λέω, «πως και τον πέτυχες τον μπάκουρα;»«Άσε,» μου λέει, «τα έχει με μια Γαλλίδα.» Η τηλεφωνική αυτή συζήτηση είχε πολλά τεχνικά προβλήματα, γιατί η συνδιάλεξη προσπαθούσε να καλύψει τη φασαρία της ταβέρνας και την φωνή του μπάκουρα στο βάθος που τραγουδούσε: «Δεν κάνω εγώ για γάμο και για σπίτι…». Και σαν να μην έφτανε αυτό, ακούγεται και μια στριγκλιά : «Ρε, γέννησε τρέχα!». «Τι γίνεται εκεί πέρα;» ρωτάω αφελώς. «Ναι, σου λέω, η Γαλλίδα του μπάκουρα γεννάει αυτή την στιγμή.» ‘Όταν το παιδί του μπάκουρα έγινε τριών χρονών πήγα να τον επισκεφτώ. «Ξέρεις,» μου λέει ο μπάκουρας, «του χρόνου θα παντρευτούμε.» Πραγματικά το έκανε. Η Γαλλίδα ντύθηκε νύφη, έκαστε στο καλάθι της BMW γερμανικής μηχανής του, πήρε την κόρη τους αγκαλιά και ο μπάκουρας φόρεσε τα καλά του, τον τσόχινο μπερέ του και το κασκόλ και οδήγησε την μηχανή μέχρι το ξωκλήσι του Σταυρού για τον γάμο. Τις φωτογραφίες μου τις έδειχνε η κόρη του και μου διηγούταν την τελετή.
|