ΑΡΘΡΑ |
Μουσική: Selling England by the pound – Genesis (1974)
Μια φορά και ένα καιρό 5 άγιοι άνθρωποι αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα γκρουπ. Αφού σκέφτηκαν πώς να ονομάσουν το γκρουπ τους κατέληξαν στο όνομα “Genesis”. Αυτό έγινε περίπου στα 1967. 7 χρόνια μετά, το 1974, οι Genesis δημιούργησαν ένα τόσο υπέροχα μαγικό παραμύθι. Μέχρι αυτόν τον δίσκο εγώ είχα την τύχη (ή μάλλον την ατυχία) να γνωρίζω τους Genesis του Phil Collins. Και πάντα αναρωτιόμουν τι το μοναδικό είχε αυτή η μπάντα που απλά ήταν άλλη μια ποπ μπάντα. Ίσως τους αδικώ, αλλά σίγουρα πολύ περισσότερο αδικημένοι είναι οι Genesis του Peter Gabriel. Ήταν τότε που οι Genesis άρχισαν να χτίζουν τον μύθο τους. Ο Ιan Anderson τους χαρακτηρίζει ως μια μπάντα – θρύλο, που μόνο οι Stones και οι Beattles μπόρεσαν να τους ξεπεράσουν. Αλλά όλα αυτά δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει μόνο η μουσική. Μόνο αυτή.. Αν περιμένετε μια ανάλυση των κρυφών νοημάτων, μυστικών του “Selling England by the pound” τότε δεν βρίσκεστε στο σωστό δρόμο. Μόνο η μουσική έχει σημασία. Ας ταξιδέψουμε στις νότες τους…
Οι πρώτες, acapella, λέξεις από την πλούσια, παρανοϊκή φωνή του Gabriel, σημαίνει την έναρξη του αριστουργήματος. O ήχος των Genesis είναι ένα ταξίδι από μόνος του. Μια παραμυθένια μελωδία που μας μεταφέρει σε μαγικούς κόσμους, μας παρασέρνει στο χορό του σεληνοφωτισμένου ιππότη (Dancing with the moonlit knight), ή μας βάζει θεατές της μεγάλης μάχης του δάσους (The battle of the epping forest). Οι ήχοι του γλυκού όμποε του Gabriel, των υπέροχων μέλλοτρον του Banks δίνουν απίστευτη χροιά στην αρτιστική ροκ των Genesis. Και το progressive rock ζει τις πιο μεγάλες του στιγμές.
Ίσως η πιο χαρισματική φυσιογνωμία της μπάντας να ήταν ο εκπληκτικός βοκαλίστας (και όχι μόνο, καθώς στον συγκεκριμένο δίσκο αναλαμβάνει και τα percussion και το φλάουτο και το όμποε) Peter Gabriel. Μια απίστευτα πληθωρική περσόνα, ένας ξεχωριστός performer που καταφέρει να ανεβάσει τους Genesis σε τόσο ξεχωριστά, ψηλά επίπεδα. Η φυγή του σήμανε το τέλος των μεγάλων Genesis.
Αλλά μια μπάντα δεν μπορεί να είναι μεγάλη παρά μόνο όταν όλα της τα μέλη είναι σημαντικοί καλλιτέχνες. Ο Steve Hackett, ένας υπέροχος κιθαρίστας με απίστευτα χαλαρό, ήρεμο προφίλ και πανέμορφες ιδέες στα σόλο του, (ακούστε το Firth of Fifth και θα καταλάβετε), ο Τony Banks με τα πανέμορφα samples των πλήκτρων του (το παίξιμο του είναι τόσο συναισθηματικό), και οι Phill Collins, Mike Rutherford στα τύμπανα και το μπάσο (και σε μια progressive μπάντα όπως οι Genesis, ο ρόλος τους ήταν ιδιαίτερα απαιτητικός), δημιουργούν μια απίστευτη πεντάδα. Η χημεία λειτουργεί μαγικά, η έμπνευση κυλάει αβίαστα. Και πώς να γινόταν αλλιώς με τον μεγάλο Peter (τόσο δυνατή έμπνευση μπορώ να νιώσω μόνο στον Roger Waters) στη σύνθεση των τρομερών Genesis. Ο πιο σοφιστικέ δίσκος των Genesis είναι γεγονός. Και ταυτόχρονα ο πιο παραμυθένιος..
Ακόμη και τώρα ένα χρόνο μετά από την πρώτη ακρόαση του άλμπουμ, δεν μπορώ παρά να αισθανθώ την μαγεία τους να με καταλαμβάνει. Κορυφαίες στιγμές του δίσκου, το, απίστευτα συγκινησιακό, “Firth of Fifth”, (πάντα το σόλο του Hackett με κάνει να νιώθω την καρδιά μου να φτερουγίζει και το στομάχι να δένεται κόμπος), το Dancing with the Moonlit knight με τις υπέροχες progressive αλλαγές του, στο ρυθμό, στο συναίσθημα, καθώς και τα μνημειώδη “Battle of the epping forest” και “Cinema Show”. O δίσκος θα μπορούσε να έχει χαρακτήρα concept, περισσότερο μουσικά, καθώς μερικά (πανέμορφα, είναι η αλήθεια) μουσικά μοτίβα επαναλαμβάνονται δημιουργώντας όμορφη αίσθηση. Τα λόγια περιττεύουν για άλλη μια φορά. Πώς να ξεχωρίσεις στιγμές σε ένα δίσκο που είναι αριστούργημα από την πρώτη ως την τελευταία νότα του.
Όταν η μουσική γίνεται παραμύθι δεν μπορείς, παρά να αφεθείς.. Οι ήχοι του “Dancing with a moonlit knight” πλημμυρίζουν το δωμάτιο. Και εγώ νιώθω να πετάω.. ΠΕΤΑΩ!!!
“..Can you tell me where my country lies?
Said the unifaun to his true love’s eyes
It lies with me, cried the Queen of Maybe
-for her merchandize, he traded in his prize...”
| | |
|
|
|