Όχι, μην ανησυχείτε δεν πρόκειται για κάποιον παλαβό τύπο - ψυχωτική τύπισσα που έχει βάλει στόχο της ζωής του να με στείλει στον Άγιο Πέτρο, ή ακόμα ακόμα στον Balrog (αυτό βλέπετε ακόμα δεν έχει καθοριστεί από τους πάπυρους του πεπρωμένου μου, αν και η αλήθεια είναι ότι πιστεύω ακόμα ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, και όλα είναι απλά ατυχείς συμπτώσεις).
Το τραγούδι μιλάει για ένα κορίτσι, το οποίο θέλει να τον σκοτώσει. Όχι ηθελημένα, δεν έχει τέτοιον σκοπό. Το κάνει χωρίς να το θέλει, χωρίς καν να το έχει καταλάβει. Η σκέψη της τον ακολουθεί παντού, τον έχει στοιχειώσει, δεν μπορεί να την βγάλει από το μυαλό του. Είναι ένας κακός δαίμονας, που θέλει μόνο το κακό του. Θέλει να τον σκοτώσει, να τον πατήσει, να τον εξαφανίσει, να μην μπορέσει να ξανασηκωθεί ποτέ ξανά.
Έχει κάποιο δίκιο εδώ που τα λέμε. Στην αρχή εκείνος ήθελε να την σκοτώσει. Να την ποδοπατήσει, να την κάνει κουρέλι, να μην μπορεί εκείνη να σηκωθεί ποτέ ξανά. Να μη νοιώσει ποτέ πράγματα, να μην γίνει ποτέ ο εαυτός της.
Εκείνη όμως το κατάλαβε νωρίς. Και δεν διανοήθηκε ούτε μία στιγμή να τον αφήσει να το κάνει. Έπαιξε το παιχνίδι του, όπως το ήθελε αυτή, και στο τέλος, ενώ εκείνος πίστευε ότι όλα είναι με το μέρος του, εκείνη τον χτύπησε με δύναμη. Κι εκείνος, που ποτέ ξανά δεν είχε βιώσει κάτι τέτοιο, έπεσε με θόρυβο στο έδαφος.
Τώρα σέρνεται, σαν ερπετό, προσπαθώντας να βρει τρόπο να την εκδικηθεί που τον κατάντησε έτσι. Όσο και να έψαξε όμως δεν τα κατάφερε. Εκείνη είχε κάτι που εκείνος δεν έψαξε ποτέ : την ικανότητα να επιβιώνει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, όσο δύσκολες και να είναι.
Εκείνη τον άφησε να σέρνεται, τον κοίταξε περιφρονητικά για μια τελευταία φορά και προχώρησε μπροστά. Δεν γύρισε ούτε μία φορά να κοιτάξει πίσω.
Εκείνος ακόμα κείτεται στο έδαφος, προσπαθώντας να μαζέψει όσα κομμάτια δεν του σκόρπισε ο άνεμος.
And this girl's got a grip, oh where's mine
I spent the last night walking home
I speant the last night dreaming
I spent the last night screaming